• WordReference
  • Definition
  • Synonyms

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
intensive care n(critical medical care, life support)μονάδα εντατικής θεραπείας, εντατική έκφρ
 I'm afraid your husband's still under intensive care, Mrs.Fletcher. After his motorcycle accident he was left in intensive care with a fractured skull.
intensive care n(critical care facility, life support unit)μονάδα εντατικής θεραπείας, εντατική έκφρ
 Many victims of the attack are still in intensive care.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
ICU ninitialism (intensive care unit) (συντομογραφία)ΜΕΘ ουσ θηλ άκλ
intensive care unit n(hospital ward for critical care)μονάδα εντατικής θεραπείας φρ ως ουσ θηλ
 (καθομιλουμένη)εντατική επίθ ως ουσ
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'intensive care' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση intensive care στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «intensive care».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!